Άνεμος, του Κωνσταντίνου Ρήγου
15.01, Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη, πλατεία σ.7 θ.4
Φαίνεται μια από τις φετινές εστιάσεις του Εθνικού να είναι η σύμπραξη λόγου και χορού. Και, αντίθετα από διάφορες κριτικές τις οποίες διάβασα, θεωρώ ότι ο άνεμος το επιτυγχάνει αριστοτεχνικά.
Τέσσερις μουσικοί επί σκηνής να παίζουν Βιβάλντι και λοιπά γνωστά κλασσικά. 12 περφόρμερς επί σκηνής. Ηθοποιοί, χορευτές, παντός τύπου powerhouses. Παρδαλά σκηνικά και κουστούμια. Μια οθόνη μια γραμμής ν' ανακοινώνει τα τεκταινόμενα. Δουλειά πάνω στην αέναη κίνηση.
Αν προσομοιάζει σε κάποιο είδος η παράσταση την οποία είδα, αυτό ήταν το μιούζικαλ. Ελαφριά ατμόσφαιρα, ακόμα και στα βαριά της, χορός σε σύνολα, εφέ. Ταυτόχρονα όμως, συνυφασμένη με πολύ δυνατές εικόνες, αποσπασμένες από τις διαχρονικά δημοφιλείς εικαστικές τέχνες, έντονο παιχνίδι με την κίνηση (η συνεργασία μεταξύ χορευτών και μη σε άρσεις/πτώσεις ήταν απ' τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που έχω δει σε παράσταση) και λογής λογής λεπτομέρειες που, λεπτό το λεπτό, με έπειθαν για τη συνοζή του συνόλου.
Δεν μπορώ να πω ότι από τη συγκεκριμένη παράσταση βγήκα βαθιά προβληματισμένη, ενθυμούμενη τους μονολόγους ή τις εκάστοτε ατάκες. Ή ότι άνοιξε για άλλη μια φορά το ζήτημα της τέχνης, κυρίως της σκηνικής, και των μορφών της. Κι εκεί έρχεται η σύγκριση με το μιούζικαλ. Η υπερπληροφόρηση του σκηνικού, του λόγου, χωρίς την (σε άλλες περιπτώσεις απαραίτητη) εμβάθυνση σ' έβγαζε από το θέατρο με μια ευχάριστη ζαλούρα. Και, παρότι αν έπρεπε να επιλέξω να βλέπω μια παράσταση επ' ουδενί δε θα ήταν αυτή, θεωρώ ότι στον κόσμο που ζούμε, συμπληρωματικά, χρειάζεσαι και λίγο Ρήγο.
Showing posts with label χορός. Show all posts
Showing posts with label χορός. Show all posts
Tuesday, January 24, 2017
Sunday, December 11, 2016
Γαλαξίας (Φωνιαδάκης part I)
Γαλξίας, σκηνική σύνθεση του Αντώνη Φωνιαδάκη
24.11, Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη, πλατεία σ.9 θ.11
Η προσέλευσή μου στο Ρεξ, εκείνη τη μέρα δεν ήταν ουδέτερη. Έχοντας μια πρότερη εμπερία από έργο του Αντώνη Φωνιαδάκη (το Links, στη Λυρική, το οποίο, μετά τις διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει, πάσχισα πραγματικά να μου αρέσει) και ακούγοντας διάφορες αρνητικές κριτικές, πήγα με δισταγμό. Η εντύπωση μου αφότου το είδα ενέχει πολύ προβληματισμό.
Ξεκινώντας από τα θετικά: τα σκηνικά ήταν πολύ εντυπωσιακά, καθώς και τα ειδικά εφέ τα οποία άφησαν ορατές τις φιγούρες μόνο των χορευτών, φωτισμένους από μια πανδαισία άστρων. Τα κουστούμια ήταν συμπαθητικά.
Και ο χορός...χμμ. Από την περιορισμένη μου θέαση των έργων του Φωνιαδάκη, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι το μόνιμο ερευνητικό του ενδιαφέρον: την αέναη κίνηση, χωρίς τονισμούς και εντάσεις. Κίνηση η οποία προσπαθεί να προσεγγίσει το "αντικειμενικό". Και εδώ με βρίσκει κάθετα αντίθετη. Διότι, σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτό καταλήγει ανιαρό. Μονάδικη, ευχάριστη εξαίρεση, η Μάγδα Κούκου-Φέρρα, της οποίας οι ολοκληρώσεις της κάθε κίνησης είχαν μια ευχάριστη ένταση, η οποία μας κράτησε λίγο ζωντανους. Κάποια αποσπάσματα του έργου μου φάνηκαν αρκετά περιττά. Επίσης, η επαφή με το πάτωμα και με το σώμα του παρτενέρ στο τελευταίο ντουέτο ήταν απειροελάχιστη, δημιουργώντας περιέργεια για τους λόγους αποφυγής τους.
Όσο για το συνδυασμό με το λόγο... Μια από τις επόμενες μέρες, συζητώντας για την παράσταση αυτή, άκουσα το πολύ επιτυχημένο "κανείς δεν παίρνει ευθύνη γι' αυτό". Αποσπασματικός, μη πειστικός, αταίριαστος πολλές φορές, δημιουργώντας το ερώτημα πόσο work in progress είναι, τελοσπάντων, η πολυακουσμένη συνεργασία εθνικού θεάτρου με τη λυρική.
Επειδή αυτό είναι και παραμένει ένα προσωπικό τετράδιο σκέψεων, θέλω να επισημάνω ότι ούτε εγώ προφανώς κατέχω τα απόλυτα κριτήρια. Συγκεκριμένα, το είδος χορού που πρεσβέυει ο Φωνιαδάκης δεν μου αρέσει - τουλάχιστον όχι για πάνω από 15'. Η χρήση του λόγου όμως δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία.
24.11, Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη, πλατεία σ.9 θ.11
Η προσέλευσή μου στο Ρεξ, εκείνη τη μέρα δεν ήταν ουδέτερη. Έχοντας μια πρότερη εμπερία από έργο του Αντώνη Φωνιαδάκη (το Links, στη Λυρική, το οποίο, μετά τις διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει, πάσχισα πραγματικά να μου αρέσει) και ακούγοντας διάφορες αρνητικές κριτικές, πήγα με δισταγμό. Η εντύπωση μου αφότου το είδα ενέχει πολύ προβληματισμό.
Ξεκινώντας από τα θετικά: τα σκηνικά ήταν πολύ εντυπωσιακά, καθώς και τα ειδικά εφέ τα οποία άφησαν ορατές τις φιγούρες μόνο των χορευτών, φωτισμένους από μια πανδαισία άστρων. Τα κουστούμια ήταν συμπαθητικά.
Και ο χορός...χμμ. Από την περιορισμένη μου θέαση των έργων του Φωνιαδάκη, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι το μόνιμο ερευνητικό του ενδιαφέρον: την αέναη κίνηση, χωρίς τονισμούς και εντάσεις. Κίνηση η οποία προσπαθεί να προσεγγίσει το "αντικειμενικό". Και εδώ με βρίσκει κάθετα αντίθετη. Διότι, σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτό καταλήγει ανιαρό. Μονάδικη, ευχάριστη εξαίρεση, η Μάγδα Κούκου-Φέρρα, της οποίας οι ολοκληρώσεις της κάθε κίνησης είχαν μια ευχάριστη ένταση, η οποία μας κράτησε λίγο ζωντανους. Κάποια αποσπάσματα του έργου μου φάνηκαν αρκετά περιττά. Επίσης, η επαφή με το πάτωμα και με το σώμα του παρτενέρ στο τελευταίο ντουέτο ήταν απειροελάχιστη, δημιουργώντας περιέργεια για τους λόγους αποφυγής τους.
Όσο για το συνδυασμό με το λόγο... Μια από τις επόμενες μέρες, συζητώντας για την παράσταση αυτή, άκουσα το πολύ επιτυχημένο "κανείς δεν παίρνει ευθύνη γι' αυτό". Αποσπασματικός, μη πειστικός, αταίριαστος πολλές φορές, δημιουργώντας το ερώτημα πόσο work in progress είναι, τελοσπάντων, η πολυακουσμένη συνεργασία εθνικού θεάτρου με τη λυρική.
Επειδή αυτό είναι και παραμένει ένα προσωπικό τετράδιο σκέψεων, θέλω να επισημάνω ότι ούτε εγώ προφανώς κατέχω τα απόλυτα κριτήρια. Συγκεκριμένα, το είδος χορού που πρεσβέυει ο Φωνιαδάκης δεν μου αρέσει - τουλάχιστον όχι για πάνω από 15'. Η χρήση του λόγου όμως δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία.
Labels:
Γαλαξίας,
εγχώρια,
εθνικό θέατρο,
λυρική,
Φωνιαδάκης,
χορός
Monday, November 21, 2016
Οι άντρες με τα όμορφα φουστάνια
Judson Church is ringing in Harlem (Made-to-measure), Trajal Harell
14.11, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (Μικρή σκηνή), σ.Κ θ.4
Τι θα γινόταν, τελικά, αν οι Μεταμοντέρνοι, μεσοαστοί χορευτές και χορογράφοι της δεκαετίας του εξήντα στη Νέα Υόρκη συναντούσαν το συν-χρονό τους, αφρο-αμερικάνικο, lgbt χορευτικό κίνημα του voguing; Με την απορία αυτή σπεύσαμε όλοι στη Στέγη, άλλοι με μεγαλύτερη κι άλλοι (όπως εγώ) με μικρότερη γνώση των κινημάτων αυτών.
Η παράσταση χαρακτηριζόταν για την ενέργειά της, τον συνδυασμό στοιχείων, μη κατανοητών από την αρχή αλλά εύκολα αποδεκτών, την συνεχόμενη ροή της παρότι χωριζόταν σε αλεπάλληλες "στιγμές". Προσωπικά έπαθα έρωτα με τα κουστούμια και με το πως αυτά τα ασύμμετρα μαύρα σιφονένια φουστάνια ταίριαζαν τόσο σ' αυτούς τους γυμνασμένους, διαφόρων ηλικιών άντρες.
Επίσης, η εκφραστικότητα του Harell σε μετέφερε σε κόσμους πέραν της σκηνής: μπορούσε να γίνει μητέρα, πατέρας, γρια θεια, πόνος κι εμπειρία. Η ενέργεια των υπολοίπων δεν άφηνε το μυαλό να ξεφύγει και το "don't stop" που έβγαινε ανά τακτά χρονικά διαστήματα από το στόμα του Ondrej Vidlar με στοίχειωσε για την υπόλοιπη βραδιά.
Ένα σοβαρό σημείο προβληματισμού προέκυψε, όμως από τη συζήτηση με τους συντελεστές που ακολούθησε την παράσταση. Στην ερώτηση από το κοινό αν αυτή η παράσταση, η οποία εξ ορισμού υπονοεί μια κριτική προς το απομονωμένο και ίσως και ελιτίστικο κίνημα των μεταμοντέρων, το οποίο όμως και όρισε την επίσημη ιστορία του χορού, παρουσιάζεται και σε κοινοτικούς συλλόγους και μέρη πιο κοντά στην αφροαμερικάνικη κοινότητα, η απάντηση του Harell ήταν της τάξης του "πάω όπου με πληρώνουν, σε "ακαδημαϊκούς" χώρους, γιατί αποφάσισα να βγάλω το ψωμί μου από το χορό".
Αυτό, σε συνδυασμό με τις αμφίσημες καταβολές του κινήματος του voguing (ο χορός αυτός αποτελείται από καμπύλη κίνηση με στασείς εμπνευσμένες από πόζες των μοντέλων του ομώνυμου περιοδικού) θέτει σοβαρά την ερώτηση του τι θεωρείται, εν τέλει ριζοσπαστικό στο χορό και ποιά μπορεί να είναι η σχέση του με το οικονομικό ζήτημα. Το θέμα σηκώνει πολλή συζήτηση, αλλά προς το παρόν θα μείνουμε στον προβληματισμό.
14.11, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (Μικρή σκηνή), σ.Κ θ.4
Τι θα γινόταν, τελικά, αν οι Μεταμοντέρνοι, μεσοαστοί χορευτές και χορογράφοι της δεκαετίας του εξήντα στη Νέα Υόρκη συναντούσαν το συν-χρονό τους, αφρο-αμερικάνικο, lgbt χορευτικό κίνημα του voguing; Με την απορία αυτή σπεύσαμε όλοι στη Στέγη, άλλοι με μεγαλύτερη κι άλλοι (όπως εγώ) με μικρότερη γνώση των κινημάτων αυτών.
Η παράσταση χαρακτηριζόταν για την ενέργειά της, τον συνδυασμό στοιχείων, μη κατανοητών από την αρχή αλλά εύκολα αποδεκτών, την συνεχόμενη ροή της παρότι χωριζόταν σε αλεπάλληλες "στιγμές". Προσωπικά έπαθα έρωτα με τα κουστούμια και με το πως αυτά τα ασύμμετρα μαύρα σιφονένια φουστάνια ταίριαζαν τόσο σ' αυτούς τους γυμνασμένους, διαφόρων ηλικιών άντρες.
Επίσης, η εκφραστικότητα του Harell σε μετέφερε σε κόσμους πέραν της σκηνής: μπορούσε να γίνει μητέρα, πατέρας, γρια θεια, πόνος κι εμπειρία. Η ενέργεια των υπολοίπων δεν άφηνε το μυαλό να ξεφύγει και το "don't stop" που έβγαινε ανά τακτά χρονικά διαστήματα από το στόμα του Ondrej Vidlar με στοίχειωσε για την υπόλοιπη βραδιά.
Ένα σοβαρό σημείο προβληματισμού προέκυψε, όμως από τη συζήτηση με τους συντελεστές που ακολούθησε την παράσταση. Στην ερώτηση από το κοινό αν αυτή η παράσταση, η οποία εξ ορισμού υπονοεί μια κριτική προς το απομονωμένο και ίσως και ελιτίστικο κίνημα των μεταμοντέρων, το οποίο όμως και όρισε την επίσημη ιστορία του χορού, παρουσιάζεται και σε κοινοτικούς συλλόγους και μέρη πιο κοντά στην αφροαμερικάνικη κοινότητα, η απάντηση του Harell ήταν της τάξης του "πάω όπου με πληρώνουν, σε "ακαδημαϊκούς" χώρους, γιατί αποφάσισα να βγάλω το ψωμί μου από το χορό".
Αυτό, σε συνδυασμό με τις αμφίσημες καταβολές του κινήματος του voguing (ο χορός αυτός αποτελείται από καμπύλη κίνηση με στασείς εμπνευσμένες από πόζες των μοντέλων του ομώνυμου περιοδικού) θέτει σοβαρά την ερώτηση του τι θεωρείται, εν τέλει ριζοσπαστικό στο χορό και ποιά μπορεί να είναι η σχέση του με το οικονομικό ζήτημα. Το θέμα σηκώνει πολλή συζήτηση, αλλά προς το παρόν θα μείνουμε στον προβληματισμό.
Το μαγικό σώμα
Rising, Aakash Odedra
Σάββατο 05.11, θέατρο Παλλάς, Πλατεία σ.29 θ.31
Όταν ακούς για μια παραγωγή του Saddlers wells στην χορογραφία της οποίας συμμετέχουν τρία καραμπινάτα ονόματα του χώρου δε γίνεται, ιντριγκάρεσαι. Βλέποντας την παράσταση, καταλαβαίνεις γιατί ο Akram Khan, o Russel Maliphant,Sidi Larbi Cherkaoui επέλεξαν τον Aakash Odedra για mentee.
Η παράσταση αποτελούταν από 4 σπονδυλωτά μέρη, ξεκινώντας από το βαθιά ριζωμένο στις ινδικές παραδόσεις κομμάτι του ιδίου, περνώντας από τη ζωώδη κίνηση του Khan, την ασπόνδυλη χρήση των άκρων στο Maliphant και φτάνοντας στο γλυκό όνειρο με τους 22 λαμπτήρες του Larbi Cherkaoui.
Ο φωτισμός αποτέλεσε συμπρωταγωνιστή στο όλο εγχείρημα, συσκεκριμένος, στοχευμένος και σε κάθε κομμάτι διαφορετικός. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αποτελούσε μια μοναδική περίπτωση "μαγικού" ανθρώπου, με ροϊκή κίνηση, όπου όταν κινούταν στο πάτωμα φάνταζε δέκα εκατοστά τουλάχιστον πάνω από τη γη και τα χέρια του σαν να έχουν απωλέσει την οστεϊκή τους δομή.
Θα ομολογήσω ότι από τα 4 κομμάτια προτίμησα το τρίτο, κυρίως για να μην πέσω στην γλυκιά, όμορφη, χαϊδευτική αγκαλιά του τέταρτου.
Σάββατο 05.11, θέατρο Παλλάς, Πλατεία σ.29 θ.31
Όταν ακούς για μια παραγωγή του Saddlers wells στην χορογραφία της οποίας συμμετέχουν τρία καραμπινάτα ονόματα του χώρου δε γίνεται, ιντριγκάρεσαι. Βλέποντας την παράσταση, καταλαβαίνεις γιατί ο Akram Khan, o Russel Maliphant,Sidi Larbi Cherkaoui επέλεξαν τον Aakash Odedra για mentee.
Η παράσταση αποτελούταν από 4 σπονδυλωτά μέρη, ξεκινώντας από το βαθιά ριζωμένο στις ινδικές παραδόσεις κομμάτι του ιδίου, περνώντας από τη ζωώδη κίνηση του Khan, την ασπόνδυλη χρήση των άκρων στο Maliphant και φτάνοντας στο γλυκό όνειρο με τους 22 λαμπτήρες του Larbi Cherkaoui.
Ο φωτισμός αποτέλεσε συμπρωταγωνιστή στο όλο εγχείρημα, συσκεκριμένος, στοχευμένος και σε κάθε κομμάτι διαφορετικός. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αποτελούσε μια μοναδική περίπτωση "μαγικού" ανθρώπου, με ροϊκή κίνηση, όπου όταν κινούταν στο πάτωμα φάνταζε δέκα εκατοστά τουλάχιστον πάνω από τη γη και τα χέρια του σαν να έχουν απωλέσει την οστεϊκή τους δομή.
Θα ομολογήσω ότι από τα 4 κομμάτια προτίμησα το τρίτο, κυρίως για να μην πέσω στην γλυκιά, όμορφη, χαϊδευτική αγκαλιά του τέταρτου.
Sunday, November 6, 2016
Pina Bausch, αυτός ο κόσμος
Sweet Mambo - Pina Bausch
Κυριακή 06.11, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 1ο Θεωρείο Ζ19
Αρχικά, να πω και να τονίσω ότι είμαι φαν της Pina Bausch από τότε που έπεσε στα χέρια μου η ταινία του Wim Wenders, πριν ξεκινήσω να ξανα- ασχολούμαι εντατικά με το χορό. Θα ήθελα να το παίξω ψαγμένη και να πω ότι κάποια παράσταση υπέπεσε στην αντίληψή μου, αλλά όχι. Το πως τα media έχουν συμβάλει στην κατανόηση (πολλές φορές και στην παρανόηση) του κόσμου του χορού θα γίνει θέμα άλλου ποστ ενδεχομένως.
Επιστρέφοντας λοιπόν στο δια ταύτα: το Sweet Mambo είναι μια "ώριμη" παράσταση της Bausch, το οποίο αποπνέει ειλικρίνεια και αναδεικνύει την άφοβη αλλά και προσεγμένη χρήση του συνδυασμού του χορού, του λόγου, του τραγουδιού και του χιούμορ. Η αίσθηση την οποία αποπνέει είναι αυτή της έκπληξης, ενώ ταυτόχρονα σε ρουφάει στον δικό της κόσμο, που μοιάζει με πολύχρωμο, σατέν έντερο που σε ωθεί όλο και στο επόμενο στάδιο. Η καθολική αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων σωμάτων και ηλικιών, σε αντίθεση με τα συνηθισμένα στεγανά του χορού, μου δημιούργησε τουλάχιστον συγκίνηση, καθώς στην ίδια σκηνή συνυπάρχουν εικοσάχρονοι με πενηντάχρονους, έντονη σωματικότητα με πιο καθημερινές κινήσεις και πράξεις, χωρίς όμως να προέρχονται απαραίτητα από τους αναμενόμενους (βλ. lifts). Όλα αυτά τα στοιχεία παραμένουν προκλητικά στο θεατή μέχρι και σήμερα.
Η θεματολογία την οποία ακουμπούσε όμως - οι κλασσικοί και πανανθρώπινοι πόνοι και καημοί - ήταν αυτή η οποία διευκόλυνε την αμεσότητα της απορρόφησης. Και, βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο το κάνει, χωρίς να ψάχνεις "το νόημα πίσω απ το νόημα πίσω απ' το νόημα" χωρίς όμως να γίνεται και κλισέ. Συνδυασμός ο οποίος δείχνει μαεστρία.
Και αυτή η κίνηση... Η καλύτερα οι στάσεις. Η ακόμα καλύτερα, οι χειρονομίες και κινήσεις μικρής έκτασης, στις οποίες το έργο της Bausch εμβαθύνει. Απέχουν ταυτόχρονα από την παντομίμα αλλά και από την πραγματικότητα, τόσο όσο, ώστε να δημιουργεί τον προαναφερόμενο συνδυασμό. Δηλώνω μαγεμένη. Δεν είχα ξεχάσει το όνομά μου βγαίνοντας. Πήγα όμως ένα όμορφο ταξίδι στο πολύχρωμο, σατέν έντερο και με καλή παρέα.
Κυριακή 06.11, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 1ο Θεωρείο Ζ19
Αρχικά, να πω και να τονίσω ότι είμαι φαν της Pina Bausch από τότε που έπεσε στα χέρια μου η ταινία του Wim Wenders, πριν ξεκινήσω να ξανα- ασχολούμαι εντατικά με το χορό. Θα ήθελα να το παίξω ψαγμένη και να πω ότι κάποια παράσταση υπέπεσε στην αντίληψή μου, αλλά όχι. Το πως τα media έχουν συμβάλει στην κατανόηση (πολλές φορές και στην παρανόηση) του κόσμου του χορού θα γίνει θέμα άλλου ποστ ενδεχομένως.
Επιστρέφοντας λοιπόν στο δια ταύτα: το Sweet Mambo είναι μια "ώριμη" παράσταση της Bausch, το οποίο αποπνέει ειλικρίνεια και αναδεικνύει την άφοβη αλλά και προσεγμένη χρήση του συνδυασμού του χορού, του λόγου, του τραγουδιού και του χιούμορ. Η αίσθηση την οποία αποπνέει είναι αυτή της έκπληξης, ενώ ταυτόχρονα σε ρουφάει στον δικό της κόσμο, που μοιάζει με πολύχρωμο, σατέν έντερο που σε ωθεί όλο και στο επόμενο στάδιο. Η καθολική αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων σωμάτων και ηλικιών, σε αντίθεση με τα συνηθισμένα στεγανά του χορού, μου δημιούργησε τουλάχιστον συγκίνηση, καθώς στην ίδια σκηνή συνυπάρχουν εικοσάχρονοι με πενηντάχρονους, έντονη σωματικότητα με πιο καθημερινές κινήσεις και πράξεις, χωρίς όμως να προέρχονται απαραίτητα από τους αναμενόμενους (βλ. lifts). Όλα αυτά τα στοιχεία παραμένουν προκλητικά στο θεατή μέχρι και σήμερα.
Η θεματολογία την οποία ακουμπούσε όμως - οι κλασσικοί και πανανθρώπινοι πόνοι και καημοί - ήταν αυτή η οποία διευκόλυνε την αμεσότητα της απορρόφησης. Και, βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο το κάνει, χωρίς να ψάχνεις "το νόημα πίσω απ το νόημα πίσω απ' το νόημα" χωρίς όμως να γίνεται και κλισέ. Συνδυασμός ο οποίος δείχνει μαεστρία.
Και αυτή η κίνηση... Η καλύτερα οι στάσεις. Η ακόμα καλύτερα, οι χειρονομίες και κινήσεις μικρής έκτασης, στις οποίες το έργο της Bausch εμβαθύνει. Απέχουν ταυτόχρονα από την παντομίμα αλλά και από την πραγματικότητα, τόσο όσο, ώστε να δημιουργεί τον προαναφερόμενο συνδυασμό. Δηλώνω μαγεμένη. Δεν είχα ξεχάσει το όνομά μου βγαίνοντας. Πήγα όμως ένα όμορφο ταξίδι στο πολύχρωμο, σατέν έντερο και με καλή παρέα.
Subscribe to:
Posts (Atom)