Άνεμος, του Κωνσταντίνου Ρήγου
15.01, Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη, πλατεία σ.7 θ.4
Φαίνεται μια από τις φετινές εστιάσεις του Εθνικού να είναι η σύμπραξη λόγου και χορού. Και, αντίθετα από διάφορες κριτικές τις οποίες διάβασα, θεωρώ ότι ο άνεμος το επιτυγχάνει αριστοτεχνικά.
Τέσσερις μουσικοί επί σκηνής να παίζουν Βιβάλντι και λοιπά γνωστά κλασσικά. 12 περφόρμερς επί σκηνής. Ηθοποιοί, χορευτές, παντός τύπου powerhouses. Παρδαλά σκηνικά και κουστούμια. Μια οθόνη μια γραμμής ν' ανακοινώνει τα τεκταινόμενα. Δουλειά πάνω στην αέναη κίνηση.
Αν προσομοιάζει σε κάποιο είδος η παράσταση την οποία είδα, αυτό ήταν το μιούζικαλ. Ελαφριά ατμόσφαιρα, ακόμα και στα βαριά της, χορός σε σύνολα, εφέ. Ταυτόχρονα όμως, συνυφασμένη με πολύ δυνατές εικόνες, αποσπασμένες από τις διαχρονικά δημοφιλείς εικαστικές τέχνες, έντονο παιχνίδι με την κίνηση (η συνεργασία μεταξύ χορευτών και μη σε άρσεις/πτώσεις ήταν απ' τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που έχω δει σε παράσταση) και λογής λογής λεπτομέρειες που, λεπτό το λεπτό, με έπειθαν για τη συνοζή του συνόλου.
Δεν μπορώ να πω ότι από τη συγκεκριμένη παράσταση βγήκα βαθιά προβληματισμένη, ενθυμούμενη τους μονολόγους ή τις εκάστοτε ατάκες. Ή ότι άνοιξε για άλλη μια φορά το ζήτημα της τέχνης, κυρίως της σκηνικής, και των μορφών της. Κι εκεί έρχεται η σύγκριση με το μιούζικαλ. Η υπερπληροφόρηση του σκηνικού, του λόγου, χωρίς την (σε άλλες περιπτώσεις απαραίτητη) εμβάθυνση σ' έβγαζε από το θέατρο με μια ευχάριστη ζαλούρα. Και, παρότι αν έπρεπε να επιλέξω να βλέπω μια παράσταση επ' ουδενί δε θα ήταν αυτή, θεωρώ ότι στον κόσμο που ζούμε, συμπληρωματικά, χρειάζεσαι και λίγο Ρήγο.
Showing posts with label εγχώρια. Show all posts
Showing posts with label εγχώρια. Show all posts
Tuesday, January 24, 2017
Sunday, December 11, 2016
Γαλαξίας (Φωνιαδάκης part I)
Γαλξίας, σκηνική σύνθεση του Αντώνη Φωνιαδάκη
24.11, Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη, πλατεία σ.9 θ.11
Η προσέλευσή μου στο Ρεξ, εκείνη τη μέρα δεν ήταν ουδέτερη. Έχοντας μια πρότερη εμπερία από έργο του Αντώνη Φωνιαδάκη (το Links, στη Λυρική, το οποίο, μετά τις διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει, πάσχισα πραγματικά να μου αρέσει) και ακούγοντας διάφορες αρνητικές κριτικές, πήγα με δισταγμό. Η εντύπωση μου αφότου το είδα ενέχει πολύ προβληματισμό.
Ξεκινώντας από τα θετικά: τα σκηνικά ήταν πολύ εντυπωσιακά, καθώς και τα ειδικά εφέ τα οποία άφησαν ορατές τις φιγούρες μόνο των χορευτών, φωτισμένους από μια πανδαισία άστρων. Τα κουστούμια ήταν συμπαθητικά.
Και ο χορός...χμμ. Από την περιορισμένη μου θέαση των έργων του Φωνιαδάκη, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι το μόνιμο ερευνητικό του ενδιαφέρον: την αέναη κίνηση, χωρίς τονισμούς και εντάσεις. Κίνηση η οποία προσπαθεί να προσεγγίσει το "αντικειμενικό". Και εδώ με βρίσκει κάθετα αντίθετη. Διότι, σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτό καταλήγει ανιαρό. Μονάδικη, ευχάριστη εξαίρεση, η Μάγδα Κούκου-Φέρρα, της οποίας οι ολοκληρώσεις της κάθε κίνησης είχαν μια ευχάριστη ένταση, η οποία μας κράτησε λίγο ζωντανους. Κάποια αποσπάσματα του έργου μου φάνηκαν αρκετά περιττά. Επίσης, η επαφή με το πάτωμα και με το σώμα του παρτενέρ στο τελευταίο ντουέτο ήταν απειροελάχιστη, δημιουργώντας περιέργεια για τους λόγους αποφυγής τους.
Όσο για το συνδυασμό με το λόγο... Μια από τις επόμενες μέρες, συζητώντας για την παράσταση αυτή, άκουσα το πολύ επιτυχημένο "κανείς δεν παίρνει ευθύνη γι' αυτό". Αποσπασματικός, μη πειστικός, αταίριαστος πολλές φορές, δημιουργώντας το ερώτημα πόσο work in progress είναι, τελοσπάντων, η πολυακουσμένη συνεργασία εθνικού θεάτρου με τη λυρική.
Επειδή αυτό είναι και παραμένει ένα προσωπικό τετράδιο σκέψεων, θέλω να επισημάνω ότι ούτε εγώ προφανώς κατέχω τα απόλυτα κριτήρια. Συγκεκριμένα, το είδος χορού που πρεσβέυει ο Φωνιαδάκης δεν μου αρέσει - τουλάχιστον όχι για πάνω από 15'. Η χρήση του λόγου όμως δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία.
24.11, Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη, πλατεία σ.9 θ.11
Η προσέλευσή μου στο Ρεξ, εκείνη τη μέρα δεν ήταν ουδέτερη. Έχοντας μια πρότερη εμπερία από έργο του Αντώνη Φωνιαδάκη (το Links, στη Λυρική, το οποίο, μετά τις διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει, πάσχισα πραγματικά να μου αρέσει) και ακούγοντας διάφορες αρνητικές κριτικές, πήγα με δισταγμό. Η εντύπωση μου αφότου το είδα ενέχει πολύ προβληματισμό.
Ξεκινώντας από τα θετικά: τα σκηνικά ήταν πολύ εντυπωσιακά, καθώς και τα ειδικά εφέ τα οποία άφησαν ορατές τις φιγούρες μόνο των χορευτών, φωτισμένους από μια πανδαισία άστρων. Τα κουστούμια ήταν συμπαθητικά.
Και ο χορός...χμμ. Από την περιορισμένη μου θέαση των έργων του Φωνιαδάκη, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι το μόνιμο ερευνητικό του ενδιαφέρον: την αέναη κίνηση, χωρίς τονισμούς και εντάσεις. Κίνηση η οποία προσπαθεί να προσεγγίσει το "αντικειμενικό". Και εδώ με βρίσκει κάθετα αντίθετη. Διότι, σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτό καταλήγει ανιαρό. Μονάδικη, ευχάριστη εξαίρεση, η Μάγδα Κούκου-Φέρρα, της οποίας οι ολοκληρώσεις της κάθε κίνησης είχαν μια ευχάριστη ένταση, η οποία μας κράτησε λίγο ζωντανους. Κάποια αποσπάσματα του έργου μου φάνηκαν αρκετά περιττά. Επίσης, η επαφή με το πάτωμα και με το σώμα του παρτενέρ στο τελευταίο ντουέτο ήταν απειροελάχιστη, δημιουργώντας περιέργεια για τους λόγους αποφυγής τους.
Όσο για το συνδυασμό με το λόγο... Μια από τις επόμενες μέρες, συζητώντας για την παράσταση αυτή, άκουσα το πολύ επιτυχημένο "κανείς δεν παίρνει ευθύνη γι' αυτό". Αποσπασματικός, μη πειστικός, αταίριαστος πολλές φορές, δημιουργώντας το ερώτημα πόσο work in progress είναι, τελοσπάντων, η πολυακουσμένη συνεργασία εθνικού θεάτρου με τη λυρική.
Επειδή αυτό είναι και παραμένει ένα προσωπικό τετράδιο σκέψεων, θέλω να επισημάνω ότι ούτε εγώ προφανώς κατέχω τα απόλυτα κριτήρια. Συγκεκριμένα, το είδος χορού που πρεσβέυει ο Φωνιαδάκης δεν μου αρέσει - τουλάχιστον όχι για πάνω από 15'. Η χρήση του λόγου όμως δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία.
Labels:
Γαλαξίας,
εγχώρια,
εθνικό θέατρο,
λυρική,
Φωνιαδάκης,
χορός
Wednesday, November 30, 2016
Σκέψεις πάνω στο μεταμοντερνισμό
Ο Γλάρος...αυτό ήθελα να πω, HashArt theater group
20.11, Νοταρά 15
Η παράσταση, όπως υπονοεί το όνομα, είναι μια επανερμηνεία του Γλάρου του Τσέχωφ. Τέσσερις ηθοποιοί, πολύ ενδιαφέρουσες και διαφορετικές μεταξύ τους φιγούρες υποδύονται μια σειρά από ρόλους του έργου. Η προσέγγισή τους ήταν αυτή της βιωματικής ερμηνείας του έργου με πολλά προσωπικά στοιχεία.
Η παράσταση ήταν ευχάριστη, αλλά θα ομολογήσω ότι η πλειάδα δραματουργικών εργαλείων με κούρασε. Γνώρισμα της σύγχρονης σκηνοθεσίας, το οποίο έχω παρατηρήσει κατά βάση σε παραστάσεις του Μαρμαρινού. Ζεμπέκικο, ερωτήσεις, γενικεύσεις κ.α.
Ο προβληματισμός θα συνεχιστεί.
20.11, Νοταρά 15
Η παράσταση, όπως υπονοεί το όνομα, είναι μια επανερμηνεία του Γλάρου του Τσέχωφ. Τέσσερις ηθοποιοί, πολύ ενδιαφέρουσες και διαφορετικές μεταξύ τους φιγούρες υποδύονται μια σειρά από ρόλους του έργου. Η προσέγγισή τους ήταν αυτή της βιωματικής ερμηνείας του έργου με πολλά προσωπικά στοιχεία.
Η παράσταση ήταν ευχάριστη, αλλά θα ομολογήσω ότι η πλειάδα δραματουργικών εργαλείων με κούρασε. Γνώρισμα της σύγχρονης σκηνοθεσίας, το οποίο έχω παρατηρήσει κατά βάση σε παραστάσεις του Μαρμαρινού. Ζεμπέκικο, ερωτήσεις, γενικεύσεις κ.α.
Ο προβληματισμός θα συνεχιστεί.
Monday, November 21, 2016
Στέλλα *μιέσαι
Στέλλα Κοιμήσου, Γιάννης Οικονομίδης
Σάββατο 12.11, Εθνικό Θέατρο -Σκηνή Νίκος Κούρκουλος, σ. Η θ.3
Το να βλέπεις Οικονομίδη στο θέατρο είναι σαν μια καθαρή ανάσα σ' έναν (δυστυχώς ή ευτυχώς) βαρύγδουπο χώρο. Η σκηνοθεσία του διατηρούσε όλα τα στοιχεία για τα οποία έχει γίνει γνωστός (επανάληψη φράσεων, βρισίδι, αναπάντεχη διάρκεια και κόψιμο σκηνών) στον κινηματογράφο, τα οποία όμως έπαιρναν μια λίγο πιο γειωμένη υπόσταση στο σανίδι.
Διότι, το τεράστιο σουρεάλ των ταινιών του βρισκόταν εκεί μειωμένο και αναδυόταν μέσα από το ενπομείναν ένας ρεαλισμός. Ναι, η οικογένεια της παράστασης φαινόταν πραγματική, ναι, οι τραβηγμένοι διάλογοι του Οικονομίδη θα μπορούσαν να κοσμούν τα στόματα πολλών εκεί έξω. και τέλος, ναι, το κομφούζιο της αρχής έχτιζε μια κατάσταση με αποτέλεσμα στα μέσα να έχεις την πλήρη σου προσοχή στραμμένη στο έργο, με τρίχα κάγκελο.
Δεν θα την έβαζα στα τεράστια αριστουργήματα, αλλά και αυτή η παράσταση σίγουρα με έπεισε. Και μου δημιούργησε πολλους προβληματισμούς πάνω στο μεταμοντέρνο, εννοιολογικό, μες στη σημασιοδότηση θέατρο το οποίο έχω συνηθίσει να βλέπω τον τελευταίο καιρό.
Σάββατο 12.11, Εθνικό Θέατρο -Σκηνή Νίκος Κούρκουλος, σ. Η θ.3
Το να βλέπεις Οικονομίδη στο θέατρο είναι σαν μια καθαρή ανάσα σ' έναν (δυστυχώς ή ευτυχώς) βαρύγδουπο χώρο. Η σκηνοθεσία του διατηρούσε όλα τα στοιχεία για τα οποία έχει γίνει γνωστός (επανάληψη φράσεων, βρισίδι, αναπάντεχη διάρκεια και κόψιμο σκηνών) στον κινηματογράφο, τα οποία όμως έπαιρναν μια λίγο πιο γειωμένη υπόσταση στο σανίδι.
Διότι, το τεράστιο σουρεάλ των ταινιών του βρισκόταν εκεί μειωμένο και αναδυόταν μέσα από το ενπομείναν ένας ρεαλισμός. Ναι, η οικογένεια της παράστασης φαινόταν πραγματική, ναι, οι τραβηγμένοι διάλογοι του Οικονομίδη θα μπορούσαν να κοσμούν τα στόματα πολλών εκεί έξω. και τέλος, ναι, το κομφούζιο της αρχής έχτιζε μια κατάσταση με αποτέλεσμα στα μέσα να έχεις την πλήρη σου προσοχή στραμμένη στο έργο, με τρίχα κάγκελο.
Δεν θα την έβαζα στα τεράστια αριστουργήματα, αλλά και αυτή η παράσταση σίγουρα με έπεισε. Και μου δημιούργησε πολλους προβληματισμούς πάνω στο μεταμοντέρνο, εννοιολογικό, μες στη σημασιοδότηση θέατρο το οποίο έχω συνηθίσει να βλέπω τον τελευταίο καιρό.
Subscribe to:
Posts (Atom)